Κυριακή, 29 Σεπτεμβρίου 2013

Μαριάννα Κομνηνού "Αφυδάτωση"

Η   Μαριάννα  Κομνηνού   είναι  ιδιωτική υπάλληλος  και εργάζεται   σε πολυεθνική εταιρεία   στην Κρήτη  .Ασχολείται  με την ποίηση  καθαρά  ερασιτεχνικά , όπως λέει η ίδια .Θεωρεί  την ώρα που γράφει ποίηση  ως τη μαγική εκείνη στιγμή κατά  την οποία  αγγίζονται  εκστατικά   οι αισθήσεις και το σώμα της .Δεν έχει ακόμη δημοσιεύσει   κάποια συλλογή , αν και έχει στα συρτάρια  της αρκετό υλικό . Θέλησε να μοιραστεί  μαζί  μας  το ποίημα της "Αφυδάτωση" . Η  ποίησή  της παρόλο που είναι ακόμη άγουρη  και χρειάζεται να παλέψει σκληρότερα με τα θεριά της έκφρασης ,είναι  σεμνή , καθαρή και αποπνέει το αίσθημα της διαρκούς αγωνίας  για μια λύτρωση .

Αφυδάτωση

Διψάω κι  η δίψα δε μ' αφήνει να σκεφτώ τα υγρά που παιχνιδίζουν μέσα μου
να χτυπήσω γερά  την αξίνα πάνω στον κόλπο και τα στήθη
και να πεταχτεί   δροσιά

Διψάω  κι η δίψα μου συνομιλεί με τις ερήμους - τις καλεί για νέες αφυδατώσεις
αισθημάτων  και φωνών κι αναπνοών
να μη μπορέσουνε να πρασινίσουν πάλι

Διψάω για τις φωτιές που ξέχασαν ν' ανάψουν στο δικό μου δάσος
να  πυρακτώσουν δέντρα που μεγάλωσα  με κόπο και με προσευχές
και τώρα στέκουν σκελετοί  χωρίς  σταγόνα αίμα

Όμως ας ήταν να τρέξουν βροχή τα όνειρα
πέφτοντας απ' τα λούκια πάνω στις στεγνές ημέρες
πάνω στα βήματα που αφήνει κάθε τόσο
η απόγνωση

Τετάρτη, 4 Σεπτεμβρίου 2013

Γιάννης Τσιμπόνας "Εκπυρσοκρότηση"



Ο Γιάννης  Τσιμπόνας  κατάγεται από τη Λάρισα και σπουδάζει  αρχιτεκτονική   στον  Καναδά .Είναι 21  ετών αλλά η γραφή του μαρτυρεί  ένα ήδη κατακτημένο προσωπικό ύφος που εντυπωσιάζει.Συνδυάζοντας το αφηγηματικό με το  λυρικό στοιχείο ,αφήνει τον ποιητικό στοχασμό του να περιπλανηθεί σε  φωτεινά και  σκοτεινά  σημεία  της ανθρώπινης εμπειρίας , και να αναζητήσει διέξοδο  σε  λυτρωτικούς  εκφραστικούς  τρόπους , γεμάτους ένταση και καθαρότητα .Το ποίημα "Εκπυρσοκρότηση"  προέρχεται από την υπό έκδοση   παρθενική  συλλογή του "Οδός πεταμένων στο πάτωμα  εντυπώσεων" .

Εκπυρσοκρότηση

Μέτρα .....
ένα..δύο...τρία...πυρ

Πέτυχες λοιπόν εκείνη την ανώριμη όρεξη
που κάπνιζε όλη την ώρα  παρέα με τα χείλη σου
και δεν άφηνε χρώμα ,τοσηδά  έκσταση
να πηδήξει  απέξω
Μόνο που όταν σήκωσες το όπλο
κυρτώνοντας τα δάχτυλα σαν απειλή
και στριφογύριζες το δισταγμό μες στην παλάμη
μόνο εκεί για λίγο στάθηκες και μέτρησες
τα χρόνια που χάθηκαν στο κυνήγι των πιθανών
σεισμών
και βρέθηκαν  ρήγματα στα χέρια σου
που δεν τα πήρες είδηση
βρέθηκαν έρωτες με κόκκινη μπογιά
ετοιμόρροπα σπιτάκια
που έχτιζες αυθαίρετα σε κινούμενα  εδάφη

Ένα...δύο....πυρ

Καμία όρεξη κανένας δρόμος γλιστερός
να μείνουν τα πόδια σίγουρα
να περπατήσουν σε σημαδεμένα χνάρια
Όσο μπορεί το σώμα να προβλέπει
τις ζημιές του
Όσο μπορεί η φλόγα να μετράει
τι καταπίνει
Ένα πυρ
κι όλα γυρίζουν στην αρχή τους