Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Γιώργος Χριστοδουλίδης "Είδη Πρώτης Ανάγκης"



Ο Γιώργος Χριστοδουλίδης γεννήθηκε στη Ρωσία , συγκεκριμένα στη Μόσχα ,όπου και πραγματοποίησε σπουδές πάνω στη δημοσιογραφία .Η ποιητική του διαδρομή ξεκίνησε το 1996 ,όταν δημοσίευσε την πρώτη του συλλογή με τίτλο "Εννιά" . Ακολούθησαν άλλες τέσσερις με πιο πρόσφατη τη συλλογή "Δρόμος μεταξύ ουρανού και γης" του 2013 . Τα ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε αρκετές γλώσσες ,δείγμα της απήχησης του λόγου και της παρουσίας του στα σύγχρονα λογοτεχνικά πράγματα . Ο ποιητικός του λόγος είναι άμεσος και συχνά ευφυής .Συλλαμβάνει με έναν ιδιαίτερο τρόπο αδιόρατες για τους άλλους πτυχές της καθημερινότητας και τις μεταποιεί σε γνήσιο ποιητικό βίωμα , το οποίο εντυπωσιάζει με τη δύναμη της φαντασίας και της ευαισθησίας του. Ισχυρή επίσης στην ποίησή του είναι και η πεσιμιστική διάθεση , χωρίς ωστόσο οδηγείται σε υπερβολές . Σε αρκετά επίσης ποιήματα είναι παρών ,έστω και με υπαινικτικό τρόπο , ένας βαθύς κοινωνικός και πολιτικός στοχασμός . Επέλεξα ένα εξαιρετικά ευρηματικό ποίημα που έχει τίτλο " Είδη Πρώτης Ανάγκης" ,στο οποίο ο ποιητής διαπλέκει με έξοχο αλλά και με ειρωνικό τρόπο την τέχνη με την καθημερινότητα , για να δείξει πόσο λεπτά είναι ή γίνονται τα όρια μεταξύ τους .



Πήρα  δυο κομμάτια  χαρτί
στη  μια τα  ψώνια  , στην άλλη  το ποίημα
τα έβαλα  στην ίδια  τζέπη
του  μαγικού  παντελονιού
μπλέχτηκαν μεταξύ  τους 
άλλαξαν  θέσεις  οι λέξεις
το "τυρί"  έλιωσε  τόσο  κοντά   στον  ήλιο
και  θρυμματίστηκαν   τ' "αυγά"   πέφτοντας
από τα  γεφύρια  των στίχων
χύθηκε  το "κόκκινο  κρασί"
στις  χίλιες   οπές  που ακόμα   δεν  είχαν  ανοίξει.
Έφθασα  τελικά  στην  υπεραγορά
σκιές  αγόρασα  σε  τιμή   ευκαιρίας
κι έναν  έρωτα   που  έμενε   απούλητος  στα ράφια ,
ένα  ανοιχτήρι  ειδικό
για τις  κονσέρβες  μνήμης
που  αναμνήσεις
με  ημερομηνία  λήξης   διαθέτουν .
Η μοναδική  παρεξήγηση
έγινε  με το κουνέλι .
Στο  ποίημα  έγραφε   " εντελώς  φοβισμένο"
κι εγώ  σφαγμένο  το  βρήκα 


Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Γιώργος Μοράρης "Ταφική απομόνωση"




Ο Γιώργος Μοράρης κατάγεται από την Κύπρο , και συγκεκριμένα από τη Λεμεσό . Εργάστηκε ωστόσο στην Ελλάδα ως εκπαιδευτικός , Φιλόλογος , στη Μέση Εκπαίδευση .Η πρώτη συλλογή ποιημάτων του δημοσιεύτηκε το 1991 και είχε τίτλο "Συναναστροφές Σιωπής" .Από τότε κυκλοφόρησε άλλες δύο δουλειές σε αρκετά μεγάλη χρονική απόσταση μεταξύ τους , τα "Άνθη Ράμνου" το 1998 και δέκα χρόνια μετά τον "Ροσμαρίνο" του 2008. Η ποίησή του είναι επηρεασμένη από την ιδιότητά του ως φιλολόγου ,χωρίς αυτό να σημαίνει ότι στα ποιήματά του υπερισχύει ο Φιλόλογος έναντι του Ποιητή . Συμβαίνει μάλιστα το ακριβώς αντίθετο : η Ποίηση του Μοράρη είναι αυθεντική και σε πολλά σημεία εξαιρετική . Ο ποιητής αξιοποιεί με ευφυέστατο τρόπο τον αρχαίο ελληνικό μύθο ,όχι για να δημιουργήσει απλώς εντύπωση ή να προσδώσει στα ποιήματά του μια πινελιά κύρους ,αλλά για να ανακατασκευάσει το μύθο , να απομυζήσει τα δραματικά του στοιχεία , να στήσει τον αναγνώστη απέναντι στους συμβολισμούς του , να τον αναδείξει σε ζώσα πραγματικότητα ,η οποία μεταφέρει διαχρονικά τις φοβίες , τους πόθους και τα σκοτεινά σημεία του ανθρώπου . Από τη συλλογή "Ροσμαρίνος" επέλεξα το ποίημα "Ταφική  απομόνωση"

Καμιά εκπλήρωση
δεν μπορούσε ν’ αναχαιτίσει
τα μάτια μας που έπλεαν 
και χάθηκαν μακριά. 
Κάτω από την επιφάνεια της λίμνης 
γλιστρούσαν οι χελώνες 
σχημάτιζαν ερωτική πομπή 
και χόρευαν στο υδάτινο μισόφωτο. 
Εκεί που τα γλυκά νερά της αλμύριζαν 
πρόβαλε το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
με τα κύματα των άπειρων υποσχέσεών της. 
Βγήκαν φεγγάρια 
που καταδύθηκαν για το λουτρό τους
και ξανάνιωσαν 
κεφάλια Νηρηίδων
στήθη που τέμνουν το πέλαγος. 

Το πόδι του χρόνου κρινόταν 
στους βραχίονες μιας ζυγαριάς
χωρίς αντίβαρο.
Ταλαντεύτηκε μπροστά μας η θέα
και το φάντασμα της αρχαίας θάλασσας 
αναδιπλώθηκε να διαλυθεί
στο σάβανο της ομίχλης. 
Οι χελώνες άκουγαν κραδασμούς
που δεν τους εννοούσαμε
μας οδηγούσαν 
τα πηδάλια των ποδιών τους 
εκεί που μετατοπίσθηκαν όλα 
στην αρχική θέση τους.
Όπως άνοιξαν 
έκλεισαν οι πύλες του τοπίου 
ενταφιάζοντας  απομεινάρια
μιας ακινητοποιημένης ζωής.

Έρμαιο στη ναυτία των αιώνων 
εκείνος π’ αφήνει 
την αρχαία θάλασσα ν’ αναπαύεται
μέσα στην ψυχή του.